Ραγδαίες εξελίξεις καταγράφονται στην υπόθεση θανάτου της Ελένη Παπαδοπούλου, η οποία είχε βρεθεί νεκρή το 2022 στο διαμέρισμά της στο Κολωνάκι, έπειτα από πυρκαγιά που αρχικά αποδόθηκε σε ατύχημα. Η πολύχρονη έρευνα των Αρχών οδήγησε τελικά σε πλήρη ανατροπή των αρχικών εκτιμήσεων, με τα στοιχεία να καταλήγουν στη δολοφονία της από τον ίδιο της τον γιο, ο οποίος πλέον βρίσκεται προφυλακισμένος.
Η 87χρονη γυναίκα, χήρα πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ, εντοπίστηκε νεκρή στις 29 Ιανουαρίου 2022 μέσα στο σπίτι της, μετά από φωτιά που είχε ξεσπάσει στο διαμέρισμα. Από την πρώτη στιγμή, ο γιος της υποστήριζε ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από αναμμένο τσιγάρο, αρνούμενος οποιαδήποτε εμπλοκή στον θάνατό της. Ωστόσο, τα ευρήματα της έρευνας άρχισαν σταδιακά να σκιαγραφούν μια διαφορετική εικόνα.
Ήδη από την επόμενη ημέρα του περιστατικού, το πόρισμα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φωτιά είχε προκληθεί από εμπρησμό με τη χρήση εύφλεκτου υγρού. Όπως εξήγησε στην εκπομπή Φως στο Τούνελ ο Νίκος Διαμαντής, Αντιστράτηγος Π.Σ. ε.α., η αρχική διερεύνηση αφορούσε αποκλειστικά το αδίκημα του εμπρησμού, καθώς «η Πυροσβεστική Υπηρεσία έχει εμπρησμό, δεν έχει δολοφονία». Όπως ανέφερε, η δικογραφία διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, όταν τα τοξικολογικά και ιατροδικαστικά στοιχεία αποκάλυψαν ότι είχε προηγηθεί εγκληματική ενέργεια.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης διαδραμάτισε η ιατροδικαστική κατάθεση που ολοκληρώθηκε το 2025 και επιβεβαίωσε ότι η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ήδη νεκρή πριν ξεσπάσει η φωτιά. Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, διευκρίνισε ότι η αστυνομική έρευνα για ανθρωποκτονία ξεκίνησε ουσιαστικά το 2024, όταν τα νέα δεδομένα κατέστησαν σαφές ότι δεν επρόκειτο για ατύχημα.
Μετά τη συγκέντρωση των κρίσιμων στοιχείων, οι Αρχές προχώρησαν στη σύλληψη του γιου της, ο οποίος την Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025 οδηγήθηκε στη φυλακή, αντιμετωπίζοντας πλέον την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Η υπόθεση, που για χρόνια θεωρούνταν κλειστή ως τραγικό ατύχημα, αποκαλύπτει τη σημασία της επιμονής στην έρευνα και της επανεξέτασης κρίσιμων ευρημάτων, ακόμα και χρόνια μετά το αρχικό συμβάν.




































































































