Η Ρεάλ Μαδρίτης αποφάσισε να βάλει πρόωρο τέλος στη συνεργασία της με τον Τσάμπι Αλόνσο, μόλις επτά μήνες μετά την έναρξη ενός φιλόδοξου πρότζεκτ που ξεκίνησε με υψηλές προσδοκίες αλλά ολοκληρώθηκε με έντονη απογοήτευση. Η ήττα από την Μπαρτσελόνα στον τελικό του Σούπερ Καπ Ισπανίας στη Σαουδική Αραβία αποτέλεσε την αφορμή, όχι όμως και τη μοναδική αιτία μιας απόφασης που είχε ωριμάσει εδώ και καιρό.
Η διοίκηση του συλλόγου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εγχείρημα δεν εξελισσόταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Παρά τα πρώτα δείγματα ενός πιο επιθετικού ποδοσφαίρου, με ψηλή πίεση και γρήγορη ανάκτηση της μπάλας, η αγωνιστική ταυτότητα της ομάδας δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ. Το πρέσινγκ εμφανίστηκε αποσπασματικά και σταδιακά εγκαταλείφθηκε, με τη Ρεάλ να επιστρέφει σε πιο παθητικές συμπεριφορές.
Κομβικό σημείο θεωρείται η βαριά ήττα με 5-2 από την Ατλέτικο, η οποία λειτούργησε ως αγωνιστικό και ψυχολογικό σοκ. Αντί για επιμονή στο πλάνο, παρατηρήθηκε τακτική οπισθοχώρηση, κάτι που στη Μαδρίτη ερμηνεύτηκε ως έλλειψη αυτοπεποίθησης. Παράλληλα, η ομάδα εμφάνιζε συχνά χαμηλά επίπεδα έντασης και φυσικής κατάστασης, ιδιαίτερα μετά το 60ό λεπτό.
Σημαντικό πρόβλημα εντοπίστηκε και στον άξονα. Η αποχώρηση του Μόντριτς άφησε το κέντρο χωρίς παίκτη-οργανωτή, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να γίνεται χωρίς καθαρό ρυθμό. Παρά την αθλητικότητα των μέσων, η απουσία δημιουργικού εγκεφάλου επηρέασε άμεσα τη συνοχή της ομάδας.
Στο Σούπερ Καπ, η εικόνα μιας Ρεάλ που κατέφευγε συστηματικά σε μακρινές μπαλιές για να αποφύγει την πίεση θεωρήθηκε ασύμβατη με το στάτους του συλλόγου. Εκεί κρίθηκε πως χάθηκε και η πολιτική στήριξη στο πρόσωπο του προπονητή.
Παράλληλα, στα αποδυτήρια καταγράφηκαν εντάσεις, με πιο χαρακτηριστική τη διαχείριση του Βινίσιους και την έλλειψη ξεκάθαρης γραμμής από τον σύλλογο. Η σταδιακή εγκατάλειψη της ανάπτυξης νεαρών παικτών, όταν τα αποτελέσματα έγιναν πιεστικά, ενίσχυσε την εικόνα αμφιθυμίας.




































































































