Σε νέα φάση εισέρχεται η στρατηγική συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς η Ουάσινγκτον εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει σε εκτεταμένες επενδύσεις σε στρατιωτικές βάσεις της Κύπρου. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τα έργα αναμένεται να ξεκινήσουν εντός του 2026 και να ολοκληρωθούν σε βάθος διετίας, ενισχύοντας ουσιαστικά τον ρόλο της Μεγαλονήσου στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Ήδη, έως το τέλος του τρέχοντος μήνα, αναμένεται να φτάσει στην Κύπρο κλιμάκιο αξιωματούχων του αμερικανικού Πενταγώνου, το οποίο θα έχει συναντήσεις με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του υπουργείου Άμυνας. Στη συνέχεια, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι, συνοδευόμενοι από στελέχη της Εθνικής Φρουράς, θα πραγματοποιήσουν επιτόπιες επισκέψεις στις δύο βάσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο των επενδυτικών σχεδίων.
Οι βάσεις που μπαίνουν στο επίκεντρο του σχεδιασμού
Οι αμερικανικές επενδύσεις αφορούν την αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο και τη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί. Πρόκειται για υποδομές στρατηγικής σημασίας για την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες αναμένεται να αναβαθμιστούν τόσο σε επίπεδο εγκαταστάσεων όσο και σε επιχειρησιακές δυνατότητες.
Μετά την άρση του εμπάργκο όπλων, η συνεργασία ΗΠΑ–Κύπρου περνά πλέον από το θεωρητικό στο πρακτικό επίπεδο. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Ιανουαρίου 2026, η αμερικανική πλευρά επενδύει όχι μόνο σημαντικά κεφάλαια, αλλά και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη, με στόχο τη μετατροπή της Κύπρου σε περιφερειακό κόμβο υποστήριξης ανθρωπιστικών αποστολών και διαχείρισης κρίσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αεροπορική βάση της Πάφου, η οποία αποτελεί προτεραιότητα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Οι παρεμβάσεις θα επικεντρωθούν στην αναβάθμιση των υποδομών, ώστε η βάση να μπορεί να φιλοξενεί μεγαλύτερο αριθμό αεροσκαφών, να υποστηρίζει σύνθετες αποστολές και να λειτουργεί συμπληρωματικά σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τη γεωστρατηγική θέση της Κύπρου, σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων στην ευρύτερη περιοχή, και αναβαθμίζουν τον ρόλο της ως σταθερού και αξιόπιστου εταίρου στη διεθνή αρχιτεκτονική ασφάλειας.





































































































