Η πρόσφατη παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού για τα ελληνοτουρκικά έχει προκαλέσει έντονη κινητικότητα στα παρασκήνια της αντιπολίτευσης. Παρόλο που τα στελέχη των κομμάτων αποφεύγουν τις επίσημες δηλώσεις για να μη δώσουν περαιτέρω ώθηση στη δημοσιότητά της, οι ιδιωτικές συζητήσεις παίρνουν φωτιά, επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσουν τη νέα της στρατηγική.
Η μετάβαση στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής
Πολλοί στον προοδευτικό χώρο εκτιμούν ότι η κ. Καρυστιανού δεν τοποθετήθηκε τυχαία για το επερχόμενο ραντεβού των Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η επιλογή της να ασχοληθεί με τα εθνικά θέματα ερμηνεύεται ως η επίσημη είσοδός της στη «σκληρή πολιτική» ατζέντα. Φαίνεται πως η ίδια επιδιώκει πλέον τη δημιουργία μιας προσωπικής, κατά πρόσωπο αντιπαράθεσης με τον Πρωθυπουργό, αφήνοντας συνειδητά εκτός κάδρου τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς.
Αυτή η τάση προσωποποίησης της σύγκρουσης γίνεται εμφανής από το γεγονός ότι η ανάρτησή της απευθύνεται ονομαστικά στον κ. Μητσοτάκη και όχι γενικά στην κυβέρνηση, διεκδικώντας έτσι ρόλο ισότιμου πολιτικού αντιπάλου.
Συγχρονισμός με το νέο κόμμα
Το timing της παρέμβασης θεωρείται κάθε άλλο παρά τυχαίο. Το ραντεβού Μητσοτάκη-Ερντογάν έχει προγραμματιστεί για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 2026, τον ίδιο ακριβώς μήνα που η στενή συνεργάτιδα της κ. Καρυστιανού, Μαρία Γρατσία, έχει προαναγγείλει την ανακοίνωση των θέσεων του νέου πολιτικού φορέα. Η κίνηση αυτή μοιάζει με προσεκτικά σχεδιασμένο «ζέσταμα» της κοινής γνώμης πριν από τις επίσημες ανακοινώσεις.
Το «μοντέλο Κασσελάκη» στην επικοινωνία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχόλια από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, όπου αρκετά στελέχη διέκριναν μια «αλλαγή στη φόρμα» της επικοινωνίας της. Η επιλογή μιας γραπτής ανάρτησης στα κοινωνικά δίκτυα αντί για μια ζωντανή τηλεοπτική συνέντευξη θύμισε σε πολλούς την τακτική της αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας που εγκαινίασε ο Στέφανος Κασσελάκης.
Αυτή η μέθοδος επιτρέπει στον πολιτικό να ελέγχει πλήρως το αφήγημά του χωρίς τις ενοχλητικές ερωτήσεις των δημοσιογράφων, δημιουργώντας μια απευθείας σχέση με το κοινό του. Η Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να υιοθετεί αυτό το μοντέλο, χτίζοντας μια νέα πολιτική ταυτότητα που βασίζεται στην προσωπική επιρροή και τη ψηφιακή παρουσία.





































































































