Του Κώστα Παππά
Οι 4 λέξεις που συγκεφαλαιώνονται στη φράση “πάμε και όπου βγει” που ακούστηκε το μοιραίο βράδυ της σύγκρουσης των τρένων στα Τέμπη, είναι οτι περιγραφικότερο και ειλικρινές για την ελληνική πραγματικότητα. “Πάμε και όπου βγει” λοιπόν μόνο που εδώ δεν βγήκε. Δεν βγήκε για δεκάδες νέους ανθρώπους που χάθηκαν τόσο άδικα, δεν βγήκε για τους δικούς τους ανθρώπους που θα έχουν σε όλη τους τη ζωή ένα μεγάλο γιατί αντί για καλημέρα στην ζωή τους. Δεν βγήκε και για όλους εμάς τους υπόλοιπους που θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει αυτό το απλό πράγμα και να κλείναμε ένα εισιτήριο με τρένο για τη Θεσσαλονίκη το απόγευμα της Τρίτης , θα μπορούσε να το έχει κάνει το παιδί μας ή κάποιος φίλος μας, ο οποιοσδήποτε.
Κανείς δεν θα μας έλεγε βέβαια στον γκισέ “πάμε και όπου βγει” , γιατί θα το σκεφτόμασταν και πάλι αυτό το ταξίδι. Αυτό το “όπου βγει” όμως μπορεί να το πει ο οποιοσδήποτε που κινείται στους ελληνικούς δρόμους, που παίρνει ένα πλοίο της γραμμής, ένα λεωφορείο για να πάει στη δουλειά του ή ένα ΚΤΕΛ για να πάει στο χωριό του.
Μετά την τραγωδία των Τεμπών θα το σιγοψιθυρίζουμε πλέον. Θα κάνουμε το σταυρό μας που φθάσαμε , γιατί δεν έτυχε να γίνει κάποιο ανθρώπινο λάθος.
Η τραγωδία των Τεμπών δε είναι το τελευταίο κεφάλαιο, ούτε σίγουρα η τελευταία παράγραφος όσων δεινών θα έρθουν ακόμα, και δυστυχώς θα έρθουν είτε από τον αέρα , είτε από τη θάλασσα, είτε στο δρόμο, είτε σε σιδηροδρομικές ράγες. “Το όπου βγει” δεν βγάζει πουθενά, είναι όμως μια αλήθεια, η μοναδική αλήθεια που βιώνουμε πλέον. Την άκουσα πρώτη φορά από τον παππού μου ή τον πατέρα μου ή κάποιων προπάππο μου. Έλα και εσύ την άκουσες , δεν μπορει.
Μπορεί να αλλάξει όλο αυτό ; Ας είμαστε ειλικρινής. Προφανώς και οχι, όσο το “όπου βγει” δεν θα γίνεται πατέρας ή μάνα που μεγαλώνουν παιδιά, όσο δεν θα είναι το σύνθημα μπροστά στην κάλπη, όσο δεν θα γίνεται σχολείο. Μέχρι τη στιγμή που θα φωνάξει ένας και λίγοι στην αρχή οτι μπορούμε να πάμε οχι όπου βγει αλλά κάπου συγκεκριμένα.