Στις 177 ημέρες ανήλθε το 2025 ο χρόνος που οι Έλληνες φορολογούμενοι εργάστηκαν αποκλειστικά για την κάλυψη των φορολογικών και ασφαλιστικών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τη μελέτη για την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας που δημοσιεύει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τη συνολική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών, μεταφράζοντας φόρους και εισφορές σε «ημέρες εργασίας» για το κράτος.
Η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας αποτελεί έναν διεθνώς αναγνωρισμένο δείκτη, ο οποίος υπολογίζει τη χρονική στιγμή κατά την οποία οι πολίτες, θεωρητικά, παύουν να εργάζονται για το κράτος και αρχίζουν να εργάζονται για την κάλυψη των προσωπικών τους αναγκών. Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται βασίζεται στο μοντέλο του Tax Foundation και λαμβάνει υπόψη το σύνολο των φορολογικών εσόδων και των ασφαλιστικών εισφορών σε σχέση με το εθνικό εισόδημα.
Σύμφωνα με τα απολογιστικά στοιχεία, το 2025 καταγράφεται μικρή βελτίωση σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Οι 177 ημέρες είναι δύο λιγότερες σε σχέση με το 2024 και τρεις λιγότερες σε σύγκριση με το 2019. Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη συνολική φορολογική επιβάρυνση, καταλαμβάνοντας τη 10η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Η μελέτη εκτιμά ότι η τάση αποκλιμάκωσης θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, με την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας να μετακινείται στις περίπου 174 ημέρες το 2026 και στις 172 ημέρες το 2027. Την ίδια στιγμή, τα φορολογικά έσοδα του 2025 αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,8% σε σχέση με τον αρχικό Προϋπολογισμό, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και στην αύξηση των αμοιβών από εξαρτημένη εργασία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, καθώς πάνω από το 55% προέρχεται από έμμεσους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών. Ο ΦΠΑ εμφανίζει αύξηση 3,6%, ενώ οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης ενισχύονται κατά περίπου 1,8%, στοιχείο που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τη σταδιακή βελτίωση, η ουσιαστική και διατηρήσιμη μείωση του φορολογικού βάρους προϋποθέτει αύξηση της παραγωγικότητας, περιορισμό της εξάρτησης από έμμεσους φόρους και ένα απλούστερο και πιο ισορροπημένο φορολογικό σύστημα.








































































































