Συγκλονίζουν οι λεπτομέρειες που έρχονται στο φως σχετικά με 44χρονη η οποία τον περασμένο Ιούλιο έδωσε εντολή να πυροβολίσουν τον σύζυγό της στην Αγία Παρασκευή. Ο Πολωνός καθηγητής του UC Berkeley δολοφονήθηκε, δεχόμενος πέντε πυροβολισμούς κοντά στο σπίτι της πρώην συζύγου του. Ο φυσικός αυτουργός της επίθεσης ήταν ο σύντροφος της πρώην συζύγου, ο οποίος είχε ήδη ομολογήσει την πράξη του.
Η πρώην σύζυγος του καθηγητή έδωσε τέλος στη ζωή της μέσα στις φυλακές, πριν η υπόθεση οδηγηθεί σε δίκη. Μετά την εισαγγελική πρόταση που επαναλάμβανε τις κατηγορίες εις βάρος της, εκτιμάται ότι κατέρρευσαν και οι τελευταίες ελπίδες της για αποφυλάκιση πριν τη δίκη. Σε αυτό το πλαίσιο, φέρεται να οδηγήθηκε στην απόφαση της αυτοχειρίας, αφήνοντας σημειώματα προς τα ανήλικα παιδιά της και τους δικηγόρους της.
Η στιγμή του εγκλήματος
Το έγκλημα είχε οργανωθεί με κινηματογραφική ακρίβεια. Ο 36χρονος εκτελεστής φέρεται να αποβιβάστηκε από όχημα συνεργών τυλιγμένος με μπλε κουβέρτα, προκειμένου να μην καταγραφεί από κάμερες ασφαλείας.
Την ίδια στιγμή, ένας 16χρονος συνεργός άνοιξε το πορτ μπαγκάζ, παρέδωσε ένα σακίδιο με τον εξοπλισμό και στη συνέχεια ο δράστης κινήθηκε προς το σημείο. Προηγουμένως είχαν χρησιμοποιήσει ενοικιαζόμενη Porsche για τη μεταφορά τους προς την τοποθεσία της επίθεσης.
Στην απολογία του ο 36χρονος είχε δηλώσει: «Έχω μετανιώσει για όλα. Η σύντροφός μου δεν είχε ιδέα, ενώ τα άλλα παιδιά δεν γνώριζαν ότι θα έκανα αυτήν την αποτρόπαια πράξη».
Σύμφωνα με την έρευνα, ο ίδιος είχε στρατολογήσει τρεις συνεργούς, παρουσιάζοντας την επιχείρηση ως απλή πράξη εκφοβισμού, χωρίς να αποκαλύψει ότι σκοπός του ήταν η δολοφονία. Το θύμα δέχθηκε πέντε σφαίρες, εκ των οποίων δύο στον θώρακα.
Μετά την επίθεση, ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις απέκλεισαν την περιοχή, ενώ μαρτυρίες έκαναν λόγο για μεγάλο όχημα τύπου τζιπ που κινείτο ύποπτα πριν και μετά το συμβάν, το οποίο ταυτίστηκε με το ενοικιαζόμενο όχημα των δραστών.
Ο 36χρονος φέρεται επίσης να είχε πει: «Τον σκότωσα γιατί θα ήμασταν πολύ καλύτερα με τα παιδιά μας μαζί. Τον παρακολουθούσα έναν μήνα, αγόρασα όπλο. Ζήτησα από τον φίλο μου Γ. να πάρει το κινητό μου στο Ναύπλιο για να μην εκπέμπει το σήμα».
Παράλληλα, σύμφωνα με τη δικογραφία, μετά την αναχώρησή του από το Ναύπλιο υπήρξαν συνεχείς επικοινωνίες με την 44χρονη, με στόχο την ενημέρωση για τις κινήσεις του πρώην συζύγου της.
Οι σχέσεις και οι συγκρούσεις
Το πρώην ζευγάρι είχε παντρευτεί το 2014, ενώ το 2021 ο άνδρας είχε καταθέσει αίτηση διαζυγίου. Οι μεταξύ τους διαφορές αφορούσαν τόσο την επιμέλεια των παιδιών όσο και οικονομικές διαφορές που σχετίζονταν με κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες στις ΗΠΑ.
Λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία, οι δύο πρώην σύζυγοι είχαν δειπνήσει μαζί, παρουσία και του συντρόφου της 44χρονης. Εκείνη φέρεται να είχε αναφέρει ότι αντιμετώπιζε χρέη ύψους 50.000 ευρώ.
Η 44χρονη αρνούνταν συστηματικά κάθε εμπλοκή στην υπόθεση. Ωστόσο, είχε καταγραφεί ανάρτησή της λίγες εβδομάδες πριν το έγκλημα, όπου έγραφε: «Όταν συνειδητοποιείς ότι διάλεξες τον καλύτερο μπαμπά για τα παιδιά σου».
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εκείνη φέρεται να είχε τον σχεδιασμό της επίθεσης, ενώ ο σύντροφός της ήταν ο φυσικός εκτελεστής. Εκείνος από την πλευρά του είχε ομολογήσει, επιχειρώντας να την αποσυνδέσει από την υπόθεση, κάτι που δεν έπεισε ανακριτικές αρχές και εισαγγελέα.
Η 44χρονη είχε προφυλακιστεί περίπου 11 μήνες πριν, ενώ τελικά η υπόθεση δεν έφτασε ποτέ σε δίκη για εκείνη.
Ο τραγικός επίλογος γράφτηκε μέσα στις φυλακές του Κορυδαλλού, όπου εντοπίστηκε νεκρή μετά από αυτοχειρία. Τα δύο ανήλικα παιδιά του ζευγαριού παραμένουν σε δομή φιλοξενίας, καθώς δεν έχει ακόμη κριθεί οριστικά η επιμέλειά τους.
Συνομιλίες και στοιχεία της δικογραφίας
Καταγράφονται και συγκεκριμένες συνομιλίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία:
Θύμα: «Γιατί προσπάθησες να πάρεις χρήματα από τον κοινό μας λογαριασμό;»
Κατηγορούμενη: «Χρειάζομαι 50.000 ευρώ, γιατί έχω οφειλές προς το Δημόσιο.»
Δράστης: «Θέλω να εκφοβίσουμε λίγο τον πρώην σύζυγο της συντρόφου μου, γιατί κακοποιεί τα παιδιά. Θα πάρετε 50.000 ευρώ.»
Συνεργός: «Αν ισχύει κάτι τέτοιο, φίλε, δεν θέλουμε χρήματα.»
Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία, υπήρχε ένα σύστημα «τριγωνικής» επικοινωνίας μέσω του ανήλικου παιδιού της οικογένειας, το οποίο λειτουργούσε ως ενδιάμεσος μεταξύ της 44χρονης και του συντρόφου της, μέσω κινητού που είχε στην κατοχή του συνεργός.
































































































