Σε κλίμα έντασης και συγκίνησης ολοκληρώθηκε η δεύτερη ημέρα της δίκης για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, στο συγκρότημα της Γαιόπολις. Η διαδικασία διήρκεσε έως αργά το απόγευμα της Τετάρτης (01.04.2026), με τη συνέχεια να προσδιορίζεται για τη Μεγάλη Δευτέρα, οπότε θα συνεχιστούν οι δηλώσεις των διαδίκων για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Η εικόνα από το δικαστικό συγκρότημα που διεξάγεται η δίκη για τα Τέμπη παρέπεμπε εξαρχής σε διαδικασία υψηλής έντασης. Η είσοδος στο κτίριο πραγματοποιήθηκε υπό διαδοχικούς ελέγχους ασφαλείας, με υποχρεωτική επίδειξη ταυτότητας για όλους τους παρισταμένους —δικηγόρους, κατηγορουμένους, συγγενείς θυμάτων και δημοσιογράφους— ενώ η παρουσία της αστυνομίας ήταν εμφανής και εντός της αίθουσας.
Η αυστηρότητα των μέτρων προκάλεσε εξαρχής αντιδράσεις από συγγενείς θυμάτων, που θεώρησαν ότι η πρόσβαση και η θέση τους στο ακροατήριο δεν ανταποκρίνονται ούτε στη βαρύτητα της υπόθεσης ούτε στην ιδιότητά τους.
Ο Παύλος Ασλανίδης, πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, σχολίασε με εμφανή δυσφορία ότι «μας στρίμωξαν στο βάθος», προσθέτοντας πως «τόση αστυνομία σε δικαστήριο είχαμε να δούμε από τη δίκη της 17 Νοέμβρη». Το σχόλιο αυτό αποτύπωσε ήδη από την αρχή τη δυσπιστία με την οποία αρκετοί από τους συγγενείς προσήλθαν στη δεύτερη ημέρα της διαδικασίας.
Δίκη για τα Τέμπη: Η αίθουσα, οι περιορισμοί και οι πρώτες εντάσεις
Στο μεταξύ, η έδρα είχε ήδη εκδώσει διάταξη με την οποία απαγορεύθηκε η παρουσία τηλεοπτικών καμερών και φωτορεπόρτερ εντός της αίθουσας, ενώ επετράπη η είσοδος μόνο σε περιορισμένο αριθμό διαπιστευμένων δημοσιογράφων. Υπό εξέταση τέθηκε και το αίτημα της Ζωής Κωνσταντοπούλου για πλήρη οπτικοακουστική κάλυψη της δίκης, με το δικαστήριο να επιφυλάσσεται να αποφανθεί μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας νομιμοποίησης των συνηγόρων. Έκανε δεκτό ωστόσο, το αίτημα μαγνητοφώνησης της δίκης για τα πρακτικά.
Παρά τις παρεμβάσεις που είχαν προηγηθεί στον χώρο, το ζήτημα της καταλληλότητας της αίθουσας επανήλθε με ένταση. Δικηγόροι εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη διάταξη και τη λειτουργικότητά της, κάνοντας λόγο για πρωτοφανείς συνθήκες διεξαγωγής μιας τόσο μεγάλης δίκης. Η πρόεδρος του δικαστηρίου επιχείρησε να θέσει από νωρίς τα όρια της διαδικασίας, σημειώνοντας ότι «το δικαστήριο έχει αυτή την αίθουσα» και ότι η διαδικασία θα προχωρήσει «με βάση τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». Σε ένα από τα πρώτα αυστηρά μηνύματα της ημέρας προειδοποίησε, μάλιστα, ότι «όποιος θορυβεί θα περνάει έξω».
Η διάταξη των θέσεων αποτέλεσε ένα από τα βασικά σημεία τριβής. Συγγενείς θυμάτων διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν έχουν οπτική επαφή με τη διαδικασία, με φωνές από το ακροατήριο να ακούγονται ότι «δεν βλέπουμε τίποτα εδώ μέσα». Το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω όταν η πρόεδρος της έδρας έδωσε οδηγία να περάσουν μπροστά αστυνομικοί, «ώστε να είναι καλυμμένοι οι κατηγορούμενοι», προκαλώντας νέα έκρηξη αντιδράσεων. «Από ποιον απειλούνται;» αντέδρασε συνήγορος, ενώ συγγενείς μίλησαν για εικόνα που δεν συνάδει με μια ανοιχτή και ισόρροπη διαδικασία.


































































































