Πόλεμος τέλος ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν μετά από 108 ημέρες. Ύστερα από μία μακρά περίοδο στρατιωτικών χτυπημάτων, εξαγγελιών, διαψεύσεων και παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, η πολυαναμενόμενη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης είναι πλέον γεγονός. Αλλά τα δύσκολα τώρα αρχίζουν. Τα βλέμματα είναι στραμμένα τόσο στα Στενά του Ορμούζ όσο και στις διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Το προσχέδιο συμφωνίας των 14 σημείων ανακοινώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Κυριακής (14.06.2026) και αναμένεται να υπογραφεί επισήμως την Παρασκευή (19.06.2026) στην Ελβετία. Αν και το πλήρες περιεχόμενό της δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν, ενώ τα Στενά του Ορμούζ θα επαναλειτουργήσουν πλήρως και χωρίς διόδια. Ωστόσο, τελευταία φερόμενη διαρροή από το κείμενο συμφωνίας μιλάει για επιβολή τελών στα Στενά του Ορμούζ που θα καταβάλλεται στο Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα ιρανικών ΜΜΕ.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη ξεκαθαρίζει ότι οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα θα προχωρήσουν μόνο εφόσον η Ουάσιγκτον αποδεσμεύσει δισεκατομμύρια δολάρια παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα αγκάθια που αναμένεται να δοκιμάσουν τη βιωσιμότητα της συμφωνίας.
Παρά την ανακούφιση που επικράτησε στις διεθνείς αγορές, η αντίδραση στο Ισραήλ είναι εντελώς διαφορετική. Στο Τελ Αβίβ κυριαρχεί οργή, καθώς πολλοί θεωρούν ότι η συμφωνία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το Ιράν να διατηρήσει μέρος των πυρηνικών του δυνατοτήτων.
Όλα τα βλέμματα στρέφονται πλέον στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος για την ώρα δεν έχει τοποθετηθεί επίσημα, μετά και τις ασυνήθιστα αιχμηρές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος τον χαρακτήρισε δημόσια «πολύ δύσκολο άνθρωπο».
Την ίδια ώρα ισραηλινά μέσα αναφέρουν ότι ο Νετανιάχου είπε στον Τραμπ ότι το Ισραήλ δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία με το Ιράν.
Πώς ήταν το Ιράν πριν από τον πόλεμο και πώς είναι σήμερα
Η εικόνα του Ιράν σήμερα διαφέρει σημαντικά από εκείνη που παρουσίαζε πριν από τη στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ και τις αμερικανικές επιθέσεις στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις.
Πριν από τον πόλεμο, η Τεχεράνη φαίνεται πως βρισκόταν πιο κοντά από ποτέ στην απόκτηση της τεχνολογικής δυνατότητας παραγωγής πυρηνικού όπλου, σύμφωνα με εκτιμήσεις. Οι εγκαταστάσεις σε Νατάνζ, Φορντό και Ισφαχάν αποτελούσαν τον πυρήνα του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου, ενώ η χώρα συνέχιζε να αυξάνει τα αποθέματά της σε υλικό υψηλού εμπλουτισμού.

Σήμερα, το τοπίο είναι διαφορετικό. Οι πυρηνικές εγκαταστάσεις έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί ότι έχουν καταστραφεί ολοκληρωτικά. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ υποστηρίζουν ότι κατάφεραν να ανακόψουν αποφασιστικά την πορεία του Ιράν προς την απόκτηση πυρηνικού όπλου, όμως αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι το πρόγραμμα ίσως απλώς καθυστέρησε αντί να εξουδετερωθεί οριστικά.
Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο αγκάθι που θα βρεθεί στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν αυστηρότερους ελέγχους, μεγαλύτερη πρόσβαση των διεθνών επιθεωρητών και κυρίως τη μεταφορά του εμπλουτισμένου ουρανίου εκτός Ιράν. Η Τεχεράνη, αντίθετα, επιμένει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας και απορρίπτει μέχρι στιγμής κάθε συζήτηση για παράδοση του στρατηγικού αυτού αποθέματος.
Το Ιράν συνεχίζει να υποστηρίζει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς και προορίζεται για την παραγωγή ενέργειας και την επιστημονική έρευνα. Από την άλλη, ΗΠΑ και το Ισραήλ, θεωρούν ότι η χώρα έχει ήδη αποκτήσει γνώσεις και δυνατότητες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.
Το μεγαλύτερο μυστήριο αφορά σήμερα το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου. Δυτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι μέρος του ενδέχεται να μεταφέρθηκε σε άγνωστες τοποθεσίες πριν από τους βομβαρδισμούς. Αν αυτό ισχύει, τότε το Ιράν ενδέχεται να διατηρεί τη δυνατότητα να επανεκκινήσει το πρόγραμμά του σε μεταγενέστερο χρόνο. Με άλλα λόγια, οι βόμβες μπορεί να κατέστρεψαν εγκαταστάσεις, αλλά όχι κατ’ ανάγκη τη γνώση, την τεχνογνωσία και τα υλικά που απαιτούνται για την επαναλειτουργία του προγράμματος.
Οι συμβιβασμοί που άνοιξαν τον δρόμο για τη συμφωνία
Η επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν ήρθε χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αντίθετα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να προχωρήσει σε σειρά σημαντικών παραχωρήσεων προκειμένου να εξασφαλίσει τη συναίνεση της Τεχεράνης και να οδηγηθεί η κρίση σε αποκλιμάκωση.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι ΗΠΑ φέρονται να δεσμεύονται για την αποδέσμευση περίπου 24 δισ. δολαρίων από παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο εξωτερικό. Μάλιστα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, περίπου τα μισά από τα χρήματα αυτά – περίπου 12 δισ. δολάρια – θα πρέπει να επιστραφούν στην Τεχεράνη πριν από την επίσημη υπογραφή της συμφωνίας.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά αναλαμβάνει την υποχρέωση να άρει τις κυρώσεις που αφορούν τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, ενώ δεσμεύεται να μην προχωρήσει στην επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων όσο η συμφωνία παραμένει σε ισχύ.
Στις προβλέψεις περιλαμβάνεται επίσης η δέσμευση της Ουάσιγκτον να μην προχωρήσει σε νέα στρατιωτική ενίσχυση ή συγκέντρωση δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, ένα αίτημα που η Τεχεράνη έθετε επίμονα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Το πλέον φιλόδοξο σκέλος της συμφωνίας αφορά την οικονομική ανάκαμψη του Ιράν. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους φέρονται να αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία για την εκπόνηση ενός ευρείας κλίμακας προγράμματος στήριξης και ανασυγκρότησης της ιρανικής οικονομίας, συνολικής αξίας τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Αν επιβεβαιωθούν οι όροι αυτοί, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και διπλωματικές παραχωρήσεις που έχουν γίνει προς την Τεχεράνη εδώ και δεκαετίες, γεγονός που εξηγεί γιατί η συμφωνία έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο στο Ισραήλ όσο και σε κύκλους της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.
Πέτυχαν τελικά οι ΗΠΑ τους στόχους τους;
Στην Ουάσιγκτον επικρατεί η άποψη ότι οι βασικοί στόχοι της στρατιωτικής επιχείρησης επιτεύχθηκαν. Οι αμερικανικές επιθέσεις επιβράδυναν σημαντικά την πυρηνική πρόοδο του Ιράν, έστειλαν ισχυρό μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη και τους συμμάχους της και έσυραν τελικά το ιρανικό καθεστώς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Εκεί όπου οι απαντήσεις παραμένουν λιγότερο ξεκάθαρες είναι στο κατά πόσο εξαλείφθηκε οριστικά η πυρηνική απειλή. Αυτό είναι και το σημείο που προκαλεί τις μεγαλύτερες αντιδράσεις στο Ισραήλ.
Εξίσου κρίσιμο παραμένει το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης πετρελαίου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η διέλευση θα αποκατασταθεί πλήρως μετά την υπογραφή της συμφωνίας την Παρασκευή, ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος χρόνος για την απομάκρυνση ναρκών και άλλων εμποδίων.

Η επαναλειτουργία της σημαντικότερης ενεργειακής αρτηρίας του πλανήτη θεωρείται ίσως το πιο άμεσο οικονομικό όφελος της συμφωνίας. Εάν το πετρέλαιο αρχίσει να ρέει ξανά χωρίς περιορισμούς, οι διεθνείς αγορές θα αποφύγουν μια νέα ενεργειακή κρίση και οι τιμές θα σταθεροποιηθούν μετά από μήνες αναταράξεων.
«Εξουσιοδοτώ πλήρως την ελεύθερη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ και ταυτόχρονα εξουσιοδοτώ την άμεση άρση του ναυτικού αποκλεισμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Πλοία του κόσμου, βάλτε μπρος τις μηχανές σας. Ας ρέει το πετρέλαιο!» γράφει χαρακτηριστικά στην ανάρτησή του ο Τραμπ στο Truth Social.
Οι σκληροπυρηνικοί σε Ισραήλ και Ιράν απειλούν να τινάξουν τη συμφωνία
Παρά το κλίμα αισιοδοξίας, δεν λείπουν και οι αντιδράσεις τόσο στην Τεχεράνη όσο και στο Ισραήλ.
Στο Ιράν, οι Φρουροί της Επανάστασης και οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι του καθεστώτος θεωρούν ότι η Δύση δεν είναι αξιόπιστη και ότι το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί τη βασική εγγύηση επιβίωσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Στο Ισραήλ, οι υποστηρικτές της σκληρής γραμμής εκτιμούν ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα επιτρέψει στο Ιράν να κερδίσει χρόνο και να επανασυγκροτήσει τις πυρηνικές του δυνατότητες. Για αυτούς, μόνο η πλήρης εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος μπορεί να θεωρηθεί πραγματική επιτυχία. Στο Τελ Αβίβ επικρατεί η αίσθηση ότι η συμφωνία αφήνει ανοιχτά ορισμένα από τα σημαντικότερα ζητήματα ασφαλείας για το Ισραήλ.
Το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης παραπέμπεται ουσιαστικά σε νέες διαπραγματεύσεις, ενώ ιδιαίτερη ενόχληση προκαλεί το γεγονός ότι στις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει για το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν υπάρχει καμία σαφής αναφορά στο βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο η ισραηλινή ηγεσία θεωρεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την εθνική της ασφάλεια.
Η πιο σκληρή αντίδραση ήρθε από τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκιβίρ, ο οποίος έσπευσε να αποστασιοποιηθεί από τη συμφωνία, ξεκαθαρίζοντας ότι το Ισραήλ δεν θεωρεί τον εαυτό του δεσμευμένο από τους όρους της. Με την δήλωσή του άναψε φωτιές.
«Η συμφωνία του Τραμπ δεν μας δεσμεύει. Το Ισραήλ δεν υποτάσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είμαστε μια ανεξάρτητη και κυρίαρχη χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά σε ανακοίνωσή του.

Ο ίδιος υποστήριξε ακόμη ότι το Ισραήλ δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και πως η συμφωνία δεν παρέχει τις απαραίτητες εγγυήσεις ασφαλείας για τη χώρα. Παράλληλα, τάχθηκε κατά οποιασδήποτε αποχώρησης από εδάφη στον Λίβανο που έχουν καταληφθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Η συμφωνία προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο του Ισραήλ, με την αντιπολίτευση να εξαπολύει δριμεία επίθεση εναντίον του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος, Γιαΐρ Γκολάν, χαρακτήρισε τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν «καταστροφική» για το Ισραήλ και κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι απέτυχε να αξιοποιήσει τα στρατιωτικά κέρδη που πέτυχε η χώρα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
«Τεράστια στρατιωτικά επιτεύγματα που αποκτήθηκαν με το θάρρος των πιλότων μας και το αίμα των μαχητών μας διαγράφηκαν, ενώ ο Νετανιάχου παρέμεινε αδρανής, αδύναμος, απομονωμένος και χωρίς πραγματική επιρροή», δήλωσε.
Ο Γκολάν περιέγραψε τη συμφωνία ως το αποκορύφωμα μιας μακράς περιόδου πολιτικών αποτυχιών, υποστηρίζοντας ότι ο ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος είχε υποσχεθεί «ολική νίκη», ολοκληρώνει την πολιτική του πορεία με το Ισραήλ πιο αδύναμο και τους αντιπάλους του ισχυρότερους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποτρεπτική ισχύς που οικοδομήθηκε μέσα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κινδυνεύει να υπονομευθεί από μια συμφωνία που, κατά την άποψή του, δεν εξασφαλίζει μακροπρόθεσμα τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ.
Οι αντιδράσεις αυτές αποτυπώνουν το βαθύ ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στο πολιτικό και στρατηγικό κατεστημένο της χώρας, με πολλούς να θεωρούν ότι η συμφωνία μπορεί να τερματίζει τον πόλεμο, αλλά δεν λύνει το βασικό ζήτημα: το μέλλον του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος του Ιράν.
Έτσι, παρά τις πανηγυρικές ανακοινώσεις και τη διπλωματική κινητικότητα, κατάφεραν τελικά οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να βγάλουν οριστικά το Ιράν εκτός της πυρηνικής κούρσας ή απλώς κέρδισαν χρόνο.


































































































