Η απουσία ενός εναλλακτικού πόλου στην αντιπολίτευση τα τελευταία χρόνια και ειδικά μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ ομολογουμένως δεν βοηθά τη Νέα Δημοκρατία, η οποία εδώ και καιρό αναζητεί ένα αντίπαλον δέος.
Υπό αυτό το πρίσμα και σήμερα στο κυβερνών κόμμα παρακολουθούν με ενδιαφέρον τη μάχη για τη δεύτερη θέση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και κόμματος Τσίπρα, με δυνητικό μπαλαντέρ και το κόμμα Καρυστιανού που θα ανακοινωθεί τις επόμενες μέρες και πριν από τον σχηματισμό του πρώην πρωθυπουργού. Και ξεκινούν τις προειδοποιητικές βολές, από τη στιγμή που ο μεν Νίκος Ανδρουλάκης εκπέμπει εδώ και καιρό σε πολύ ψηλούς τόνους, ο δε Αλέξης Τσίπρας υπεραμύνεται τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης του και διαμορφώνει τη δική του αντιπρόταση διακυβέρνησης.
«Ο κ. Τσίπρας έχει το προσωπείο ενός ανθρώπου που θέλει να είναι ευχάριστος χωρίς να λέει κάτι ουσιαστικό», υπογράμμισε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης (Alpha Radio 98,9), επισημαίνοντας παράλληλα ότι η κυβέρνηση δεν έχει ακούσει κάποια κοστολογημένη πρόταση με αρχή, μέση και τέλος από τον πρώην πρωθυπουργό. »Βλέπουμε μια επανάληψη της ρητορικής και της λογικής του κ. Τσίπρα πριν από τη διαδικασία του rebranding», τόνισε ο κ. Μαρινάκης. Και μπορεί η κυβέρνηση να λέει ότι δεν έχει ως πήχη σύγκρισης τη διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, η διαρκής υπόμνηση των πεπραγμένων του όμως και η υπενθύμιση των κινδύνων που προκλήθηκαν την περίοδο 2015-2019 δείχνουν ότι στο κυβερνών κόμμα επιστρατεύουν το μάλλον γνωστό manual αντιμετώπισης του κ. Τσίπρα που απεδείχθη λειτουργικό και το 2019 και το 2023.
Προοδευτικά, το κυβερνών κόμμα θα βάζει στην εξίσωση και το ΠΑΣΟΚ μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα, επαναφέροντας το αφήγημα για «κυβέρνηση-κουρελού» που είχε ακουστεί και το 2023, με φόντο την απουσία εναλλακτικού σχήματος διακυβέρνησης έναντι της πρότασης που έκανε τότε η ΝΔ για αυτοδυναμία. «Το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη παίζει στο ίδιο γήπεδο με τον Τσίπρα, αυτό του λαϊκισμού, της παροχολογίας και των εύκολων συνθημάτων», υπογράμμισε ο κ. Μαρινάκης, λέγοντας μάλιστα ότι η Χαριλάου Τρικούπη έχει αυτή την περίοδο μια αυξημένη αγωνία «γιατί συνήθως όταν παίζεις εκτός έδρας, έχει πλεονέκτημα ο γηπεδούχος». Όπου γηπεδούχος, ο Αλέξης Τσίπρας.
Το μήνυμα Φαναρά
Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η μάλλον οργισμένη απάντηση του έμπειρου δημοσκόπου της Metron Analysis Στράτου Φαναρά σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ που αμφισβητούν τη μεθοδολογία των εταιριών μετρήσεων να προβάλλουν την εκτίμηση ψήφου με τη χρήση της μεθόδου της αναγωγής. «Εκτίμηση ψήφου και αναγωγή ψήφου γίνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου και από το σύνολο σχεδόν των μεγάλων εταιρειών ερευνών γιατί θεμελιώνονται σε απλές ή σύνθετες στατιστικές τεχνικές και όχι στα «μαγικά» των δημοσκόπων», υπογραμμίζει ο κ. Φαναράς.
«Το βασικότερο πρόβλημα στην περίπτωση τους δεν είναι το μεθοδολογικό. Είναι ότι ορισμένοι από αυτούς αποκάλεσαν “απατεώνες” όσους κάνουν αναγωγή της πρόθεσης ψήφου» γράφει ο κ. Φαναράς και προειδοποιεί: «Το ότι γλύτωσαν τις αγωγές την τελευταία στιγμή ας μην το πάρουν ως βεβαιότητα για το μέλλον».

Συσπείρωση και στόχευση κοινών
Σε κάθε περίπτωση, μέτρο σύγκρισης για την κυβέρνηση θα είναι το δικό της έργο έναντι των υποσχέσεων που είχε δώσει, αν και οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν ένα περιβάλλον πίεσης και για το κυβερνών κόμμα. Μπορεί η χθεσινή δημοσκόπηση της εταιρίας Interview για την Political να σχολιάστηκε περισσότερο για το γεγονός ότι αποτυπώνει το υπό σύσταση κόμμα Τσίπρα να ξεπερνά στην εκτίμηση ψήφου το ΠΑΣΟΚ, όμως και η ΝΔ απέχει ακόμα αρκετά από ποσοστά αυτοδυναμίας με 30,1% στην εκτίμηση ψήφου.
Προφανώς, ο στόχος της ΝΔ δεν θα είναι ρεαλιστικά η επίτευξη αυτοδυναμίας από τις πρώτες εκλογές, αλλά το μέγιστο δυνατό ποσοστό που θα έχει το «3» μπροστά, με δεδομένο ότι το σενάριο της δεύτερης κάλπης είναι ορθάνοιχτο. Τούτων δοθέντων, η ΝΔ έχει στόχο να ανακτήσει επαφή με κοινά που τη στήριξαν το 2023, όπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες, αλλά και νεότεροι ψηφοφόροι. Ευρύτερα, στο μικροσκόπιο της ΝΔ μπαίνουν οι πολίτες κάτω των 40 που περιλαμβάνουν και τις παραγωγικές τάξεις που πιέζονται ιδιαίτερα από το κόστος ζωής και δυσφορούν με υποθέσεις θεσμικής τάξης ή κρατικής αμέλειας.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση ξορκίζει την ψήφο διαμαρτυρίας, επισημαίνοντας ότι αυτό στο παρελθόν κόστισε ακριβά στην κοινωνία. Σύμφωνα με το μήνυμα του Μεγάρου Μαξίμου, τα κόμματα διαμαρτυρίας που έγιναν κόμματα εξουσίας δημιούργησαν πολλά περισσότερα προβλήματα από αυτά που έλυσαν.
































































































