Μπορεί η ΔΕΠΥ να βρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια γεγονός το οποίο συνδέεται με την μεγαλύτερη δυνατότητα της επιστήμης να κάνει διάγνωση όχι μόνο στα παιδιά, αλλά και στους ενηλίκους, όμως αυτή δεν σχετίζεται κατ’ ανάγκη με τη χρήση του Διαδικτύου. Αυτό επισημαίνει ο Δημήτρης Κασελίμης, επίκουρος καθηγητής Νευροψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, επισκέπτης καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ ως υπεύθυνος του Εργαστηρίου στη Μονάδα Νευροψυχολογίας του «Αιγινήτειου». Παράλληλα μιλά για τα social media, το φαινόμενο του doomscrolling και υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να διαμονοποιούμε την ψηφιακή τεχνολογία
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ: Γιατί σήμερα γίνεται λόγος όλο και πιο συχνά για τη ΔΕΠΥ – εντός και εκτός εισαγωγικών; Οντως υπάρχει μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων τα τελευταία χρόνια;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΣΕΛΙΜΗΣ: Καταρχάς, να διευκρινίσουμε ότι μιλάμε για τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα. Αυτή είναι η ΔΕΠΥ, μια διαταραχή ψυχοαναπτυξιακής φύσης. Αφήνοντας για λίγο κατά μέρος την αμιγώς ψυχολογική-ψυχιατρική διάσταση, απαντώ στο ερώτημά σας: ναι, υπάρχει μια αύξηση της ΔΕΠΥ εσχάτως. Αλλά είναι μια αύξηση που θα τη χαρακτήριζα, αφενός ως φαινομενική, αφετέρου -και μπορούμε να το αναλύσουμε αυτό περαιτέρω- η φαινομενική αύξηση των περιπτώσεων ΔΕΠΥ οφείλεται στο ότι πλέον δεν προσπαθούμε να τη διαγνώσουμε και να την αντιμετωπίσουμε μόνο στα παιδιά και τα νεαρά άτομα, αλλά και στους ενηλίκους.
Β.ΤΣ.: Εννοείτε ότι μιλάμε για ΔΕΠΥ επειδή ξαφνικά έγινε «του συρμού», χωρίς στην πραγματικότητα να γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι, δηλαδή χωρίς να βασιζόμαστε σε επιστημονική διάγνωση;
Δ.Κ.: Κατά βάση ναι, αλλά θεωρώ πως υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που συντείνουν στην αίσθηση ότι η ΔΕΠΥ βρίσκεται σε έξαρση το τελευταίο διάστημα. Ο πρώτος από αυτούς είναι ότι αλλάζουν τα διαγνωστικά κριτήρια. Να σημειώσω ότι διεθνώς, για την κατάταξη των νοσημάτων υπάρχουν δύο πρότυπα, δύο εγχειρίδια, το ICD (International Classification of Diseases) και το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders). Το πρώτο είναι παγκόσμιο, το δεύτερο, αμερικανικό και αφορά ειδικά τις ψυχικές παθήσεις. Εν πάση περιπτώσει, κάθε μερικά χρόνια τα κριτήρια για το τι μπορεί να θεωρείται παθολογικό και τι όχι τροποποιούνται. Η τάση είναι τα κριτήρια να γίνονται περισσότερο συμπεριληπτικά, κάτι που ενισχύει την εντύπωση ότι οι περιπτώσεις ΔΕΠΥ πληθαίνουν.
Β.ΤΣ.: Περίπου όπως τείνουν να χαμηλώνουν τα όρια π.χ. για τη χοληστερίνη;
Δ.Κ.: Ναι, ακριβώς, αυτή είναι η λογική. Ταυτόχρονα όμως, επενεργεί ένας δεύτερος παράγοντας, αυτό που λέμε «awareness» στα αγγλικά, δηλαδή το να έχει κανείς υπόψη του, να έχει συναίσθηση, επίγνωση, εν προκειμένω, ότι υπάρχει κάτι που ονομάζεται ΔΕΠΥ. Πριν από 2-3 δεκαετίες, η ΔΕΠΥ ήταν κάτι εντελώς άγνωστο για την πλειονότητα των ανθρώπων χωρίς ειδικές γνώσεις ψυχολογίας ή ψυχιατρικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι παλαιότερα, όταν ένα παιδάκι δεν πρόσεχε στην τάξη, φαινόταν αφηρημένο κ.λπ,. η επικρατούσα τάση ήταν να λένε ότι «τεμπελιάζει». Στην καλύτερη περίπτωση ότι «είναι έξυπνο παιδί, αλλά δεν στρώνεται να διαβάσει». Τότε ούτε οι γονείς ούτε οι εκπαιδευτικοί υποψιάζονταν ότι η εμφανής έλλειψη προσοχής και πνευματικής συγκέντρωσης δεν οφείλεται στη φυγοπονία του παιδιού, ότι δεν είναι επιλογή, αλλά συνέπεια κάποιας διαταραχής. Η οποία, φυσικά, χρήζει ειδικής αντιμετώπισης.

Β.ΤΣ.: Μήπως μαζί με αυτή τη διευρυμένη επίγνωση, ότι υπάρχει κάτι που λέγεται ΔΕΠΥ, έρχεται και η κατάχρηση του όρου, μια επιφανειακή και ερασιτεχνική «διάγνωση», που συχνά οδηγεί και στον στιγματισμό του υποτιθέμενου ασθενή;
Δ.Κ.: Ασφαλώς. Η αρνητική πλευρά της ενημέρωσης είναι η υπερπληροφόρηση και η επιφανειακή ανάλυση. Βλέπουμε τα πάντα από λίγο και νομίζουμε ότι ξέρουμε πολλά, αυτό ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους. Υπάρχουν πάρα πολλοί που λένε «έχω ΔΕΠΥ» επειδή διάβασαν ένα άρθρο στο Διαδίκτυο ή μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά κανείς δεν μπορεί να διαγνώσει μια διαταραχή σαν τη ΔΕΠΥ στον εαυτό του. Πρέπει να αποταθεί στους ειδικούς. Αν, λοιπόν, υπάρχει στην πραγματικότητα αύξηση των ποσοστών ΔΕΠΥ, αυτό θα πρέπει να προκύπτει από συστηματική ανάλυση, όχι με βάση την όποια ιδέα έχει ο καθένας για την εν λόγω διαταραχή. Οχι με εμπειρικές, κατά το δοκούν, αυτοδιαγνώσεις.
Β.ΤΣ.: Τι γίνεται, όμως, με τη ΔΕΠΥ των ενηλίκων;
Δ.Κ.: Αυτός είναι ο τρίτος παράγοντας που συμβάλλει καθοριστικά στην καλλιέργεια της αίσθησης ότι σήμερα, λίγο-πολύ, όλοι μας πάσχουμε από ΔΕΠΥ. Διότι παλιά δεν ασχολούμασταν καθόλου με τη ΔΕΠΥ των ενηλίκων, ενώ τώρα αυτό γίνεται συστηματικά, με τη συνδρομή της επιστήμης. Σήμερα υπάρχουν δομές εξειδικευμένες, όπου οποιοσδήποτε προβληματίζεται για το εάν έχει ΔΕΠΥ, μπορεί να αποταθεί για να εξεταστεί, να υποβληθεί στα κατάλληλα τεστ κ.λπ. Σήμερα, επίσης, υπάρχουν μέθοδοι αντιμετώπισης -από στρατηγικές έως φάρμακα- που ενισχύουν τη συγκέντρωση.
Β.ΤΣ.: Θα συμφωνούσατε, ωστόσο, ότι η περίσπαση της προσοχής και η αδυναμία συγκέντρωσης, ασχέτως εάν επιστημονικά διαγιγνώσκεται επισήμως σαν ΔΕΠΥ ή όχι, οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις οθόνες, στους υπολογιστές και, κυρίως, στα smartphones;
Δ.Κ.: Δεν είναι τόσο απλό. Σαφώς και υπάρχει η τάση να κατηγορούμε, ακόμη και να δαιμονοποιούμε την ψηφιακή τεχνολογία. Αντικειμενικά όμως, ως επιστήμονες, δεν είμαστε καθόλου έτοιμοι να καταδικάσουμε συλλήβδην, ως τον μόνο ένοχο για τη λεγόμενη «ΔΕΠΥ» τις σύγχρονες ψηφιακές συσκευές, την Τεχνητή Νοημοσύνη κ.ο.κ. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία δεν έχει καταλήξει σε κάποιο οριστικό συμπέρασμα για το πώς ακριβώς τα ψηφιακά μέσα επηρεάζουν τον άνθρωπο. Οπωσδήποτε υπάρχουν μελέτες οι οποίες δείχνουν αρνητικές επιπτώσεις, π.χ. ότι η υπερβολική χρήση των smartphones σχετίζεται με την κακή ποιότητα του ύπνου ή την ελλειμματική εστίαση της προσοχής. Υπάρχουν όμως και μελέτες που δείχνουν το αντίθετο, ότι δηλαδή η χρήση των smartphones και της ψηφιακής τεχνολογίας γενικότερα επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα.
Β.ΤΣ.: Γιατί, όμως, ακούμε συχνά ανθρώπους γύρω μας να παραπονιούνται ότι δυσκολεύονται να διαβάσουν π.χ. βιβλία ή έντυπα επειδή έχουν συνηθίσει να σκρολάρουν; Μήπως το σκρολάρισμα εκπαιδεύει τον εγκέφαλό μας, κατά κάποιον τρόπο, σε έναν τρόπο πρόσληψης της πληροφορίας που μοιάζει με ΔΕΠΥ;
Δ.Κ.: Οπως αναφέραμε και πριν, ως επιστήμονες δεν είμαστε σε θέση να ρίξουμε το ανάθεμα στις οθόνες. Είμαστε, όμως, σε θέση να πούμε με βεβαιότητα ότι φερειπείν το άσκοπο, υπερβολικό σκρολάρισμα, αυτό που ονομάζεται «doomscrolling», μπορεί να σχετίζεται με μια διανοητική οκνηρία. Και σε αυτή τη συνήθεια, η ευκολία που παρέχει το κινητό τηλέφωνο είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας. Δηλαδή, ένα άτομο το οποίο θα είχε την τάση να «χαζεύει», πριν από π.χ. 30 χρόνια, δεν θα είχε τόσες πολλές ευκαιρίες να το κάνει όσο σήμερα. Το βράδυ, για παράδειγμα, πριν κοιμηθεί κανείς, ή θα έβλεπε τηλεόραση -αν υπήρχε μεταμεσονύκτιο πρόγραμμα- ή θα διάβαζε.
Β.ΤΣ.: Αρα, όντως η ψηφιακή τεχνολογία έχει επιφέρει ποιοτικές αλλαγές σε ό,τι αφορά την περίσπαση της προσοχής μας;
Δ.Κ.: Ναι, ως κάποιο βαθμό, χωρίς όμως -επαναλαμβάνω- να τη ρίχνουμε στην πυρά σαν τον μοναδικό ένοχο. Αν κοιτάξουμε, φερειπείν, το TikTok ή τα reels, τα stories κ.λπ. -τα σύντομα βιντεάκια δηλαδή. Ακόμη και στο YouTube, κάποια στιγμή υπήρχε η τάση να διαρκούν όλα μερικά δευτερόλεπτα. Ως προς τη λειτουργία του εγκεφάλου, αυτό μπορεί να συνδέεται με την επιδίωξη της άμεσης ευχαρίστησης, της άμεσης ηδονής. Εχω κατά νου μια επιστημονική μελέτη σχετικά, η οποία διέκρινε το σύστημα της ευδαιμονίας από εκείνο της ηδονής. Σύμφωνα με αυτήν, η ευδαιμονία είναι ένα συναίσθημα πιο μακροπρόθεσμο και ενδεχομένως δημιουργείται από διαφορετικά κυκλώματα του εγκεφάλου από ό,τι η ηδονή. Οι συγκεκριμένοι ερευνητές συμπέραναν ότι τα γρήγορα, άμεσα ερεθίσματα, η αστραπιαία εναλλαγή εικόνων κ.λπ., εφόσον ο εγκέφαλος του χρήστη εκπαιδεύεται και προσαρμόζεται σε αυτό τον ρυθμό εναλλαγής, καταλήγει σε αυτό που ονομάζεται «dopamine junkie». Κι αυτό, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να έχει σχέση με τη φαινομενολογία της απόσπασης προσοχής και της ελλειμματικής συγκέντρωσης.

Β.ΤΣ.: Συνεπώς, μέσω του εθισμού στην ταχύτατη εναλλαγή εικόνων και πληροφοριών στην οθόνη του κινητού μας, μεταλλασσόμαστε σε πλάσματα εξαρτημένα από την ντοπαμίνη, την ορμόνη της ικανοποίησης;
Δ.Κ.: Και πάλι χρειάζεται μεγάλη προσοχή στο πώς προσεγγίζουμε το ζήτημα. Διότι, μπορεί να μην είναι η προσοχή μας αυτή που πάσχει, αλλά το πώς έχουμε εκπαιδεύσει τον εγκέφαλό μας να αναζητά την ευχαρίστηση. Αν κάποιος ευχαριστιέται μόνο με την άμεση ανταμοιβή για ό,τι κάνει, τότε αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο να διατηρήσει τη συγκέντρωσή του για πολλή ώρα. Και ειδικά για τα παιδιά, προσωπικά επιμένω ότι εμείς οι γονείς, οι μεγαλύτεροι εν πάση περιπτώσει, φέρουμε πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης.
Β.ΤΣ.: Με ποιον τρόπο τα παιδιά με ελλειμματική προσοχή επηρεάζονται από τους μεγαλύτερους;
Δ.Κ.: Οι γονείς δίνουν το παράδειγμα με τις δικές τους συνήθειες. Η τεχνολογία από μόνη της δεν είναι εξ ορισμού επιβλαβής. Εχει μεγάλη σημασία η χρήση της τεχνολογίας. Μέσα από την τεχνολογία μπορείς να έχεις πρόσβαση στην τέχνη, στη μουσική, στη γνώση, στην επιστήμη – σε οτιδήποτε. Υπάρχουν podcast, υπάρχουν blogs, υπάρχουν online βιβλία, υπάρχουν online μαθήματα για κάθε γνωστικό αντικείμενο. Τα κορυφαία πανεπιστήμια στο εξωτερικό, της λεγόμενης «ivy league», παρέχουν open courses εντελώς δωρεάν. Οποιοσδήποτε μπορεί να συνδεθεί στις αντίστοιχες ιστοσελίδες και να τα παρακολουθήσει ελεύθερα. Επομένως, γιατί θα πρέπει να ενοχοποιούμε και να στηλιτεύουμε την τεχνολογία αδιακρίτως, γιατί να γινόμαστε αρτηριοσκληρωτικοί, γιατί να νουθετούμε τα παιδιά μας και να τα επιπλήττουμε «επειδή είναι όλη μέρα στο κινητό», ενώ το ίδιο κάνουμε κι εμείς; Θα με πείραζε, μιλάω τώρα ως γονέας, εάν π.χ. το 17χρονο παιδί μου ήταν «όλη μέρα στο κινητό», αλλά διάβαζε online βιβλία; Θα με πείραζε εάν παρακολουθούσε online πανεπιστημιακά μαθήματα πάνω σε αντικείμενα που το ενδιαφέρουν και το συναρπάζουν; Προφανώς και δεν θα με πείραζε, το αντίθετο. Θα πω και κάτι που ίσως ακούγεται παρεξηγήσιμο: Θα με πείραζε εάν το παιδί μου, εκτός από την αναζήτηση γνώσης, για κάποια έπαιζε ένα online video game; Οχι, δεν θα με πείραζε, διότι μέσα από τέτοιου είδους παιχνίδια επικοινωνούν τα παιδιά. Αρα, εντέλει το κριτήριο και η ειδοποιός διαφορά είναι η χρήση της τεχνολογίας, όχι η ίδια η τεχνολογία a priori.
Β.ΤΣ.: Δηλαδή, η άποψή σας είναι, λίγο-πολύ, ότι αυτό που λέμε ΔΕΠΥ δεν είναι στην πραγματικότητα ΔΕΠΥ -ή, τουλάχιστον, δεν είναι πάντα κάτι τόσο σοβαρό όσο μια επιστημονικά διαγνωσμένη διαταραχή. Και, επίσης, ότι τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα, κυρίως τα smartphones, δεν είναι απαραιτήτως επιβλαβή;
Δ.Κ.: Πάνω-κάτω, ναι. Σχετικά με τα smartphones, αυτό που παρατηρώ και με προβληματίζει έντονα, σε επίπεδο καθημερινής εμπειρίας, είναι ότι οι άνθρωποι ηλικίας 45-50 ετών κατηγορούν τη νέα γενιά, παιδάκια 8, 10, 12 ετών, χωρίς οι ίδιοι να τους έχουν δώσει ποτέ το παράδειγμα. Γιατί εάν εγώ ως πατέρας είμαι π.χ. όλη μέρα στο Facebook και στο Instagram, ανεβάζω stories και παρακολουθώ stories άλλων για εντελώς ανούσια και επιδερμικά πράγματα, ενώ το δικό μου παιδί δεν με έχει δει ούτε μία φορά να διαβάζω ένα βιβλίο στο κινητό μου ή να το χρησιμοποιώ για να αποκτήσω πρόσβαση σε χρήσιμη και ουσιαστική γνώση, τότε πώς μπορώ να έχω την απαίτηση από το παιδί μου να αναπτύξει κριτική σκέψη; Αν εγώ παρασύρομαι από το «σύνδρομο του FOMO (Fear of Missing Out)», τον τρόμο μήπως και χάσω κάτι που γίνεται στα social, τι παράδειγμα δίνω στο παιδί μου; Αυτή την παράμετρο τείνουμε να την παραμελούμε, μολονότι είναι κρίσιμης σημασίας. Ακόμη και για τη μύηση στην τέχνη, ξεκινώντας από τη μουσική: ναι, τα παιδιά τώρα ακούν μόνο τραπ. Εντάξει. Αλλά εμείς, ως γονείς, πόσες φορές έχουμε καθίσει δίπλα τους να ακούσουμε μαζί τους -και όχι από βινύλιο, αλλά απλώς στο Spotify-, π.χ. το Bohemian Rhapsody των Queen, να τους επιστήσουμε την προσοχή στο πώς και πόσες φορές αλλάζει το μελωδικό θέμα μέσα στο ίδιο τραγούδι; Το παράδειγμα είναι τυχαίο, μπορεί στη θέση του ο καθένας να βάλει ό,τι θέλει – από τον Μπαχ έως ένα ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Το ίδιο για τις εικαστικές τέχνες ή τις νευροεπιστήμες, τα μαθηματικά, την ιστορία κ.ο.κ. Το αντικείμενο δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το πώς διαπαιδαγωγούμε τις μικρότερες ηλικίες στο τι μπορούν να κάνουν μέσα από το κινητό τους. Προτού, λοιπόν, στήσουμε την τεχνολογία στο απόσπασμα, θα πρέπει να αναλογιστούμε πόσο καθοριστικό είναι το δικό μας παράδειγμα.
































































































